Σε πιο αυστηρή κατεύθυνση κινείται το νέο νομοθετικό πλαίσιο για τις συναλλαγές με μετρητά, με το υπουργείο Οικονομικών να επιχειρεί να ενισχύσει την ιχνηλασιμότητα και να περιορίσει φαινόμενα φοροδιαφυγής που συνδέονται με τη χρήση φυσικού χρήματος.
Η βασική πρόβλεψη του νομοσχεδίου αφορά την υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής για συναλλαγές ίσες ή άνω των 500 ευρώ, χωρίς δυνατότητα εξόφλησης με μετρητά.
Η ουσιαστική αλλαγή εντοπίζεται στον τρόπο εφαρμογής του ορίου. Σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε μέχρι σήμερα, όπου το όριο μπορούσε να αφορά επιμέρους παραστατικά, πλέον λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία της συναλλαγής. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν εκδοθούν περισσότερα τιμολόγια ή αποδείξεις για την ίδια αγορά, εφόσον το συνολικό ποσό υπερβαίνει τα 500 ευρώ, η πληρωμή πρέπει να πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω τραπεζικών καναλιών.
Με τη ρύθμιση αυτή, επιχειρείται να αντιμετωπιστεί η πρακτική του «τεμαχισμού» συναλλαγών, μέσω της οποίας μεγαλύτερα ποσά «έσπαγαν» σε μικρότερα, ώστε να παραμένουν κάτω από το όριο και να εξοφλούνται με μετρητά. Πρόκειται για μια πρακτική που είχε καταγραφεί σε αρκετούς κλάδους της αγοράς, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα των προηγούμενων ρυθμίσεων.
Στην πράξη, το νέο καθεστώς σημαίνει ότι μια συναλλαγή, για παράδειγμα, αξίας 1.000 ευρώ δεν μπορεί να εξοφληθεί εν μέρει με κάρτα και εν μέρει με μετρητά. Αντίστοιχα, δεν είναι δυνατή η έκδοση πολλαπλών παραστατικών μικρότερης αξίας, με στόχο την αποφυγή της υποχρέωσης ηλεκτρονικής πληρωμής. Το σύνολο της συναλλαγής αντιμετωπίζεται ως ενιαίο και υπόκειται στον ίδιο κανόνα.
Η συμμόρφωση με το νέο πλαίσιο ενισχύεται και μέσω αυστηρότερων κυρώσεων. Το πρόστιμο για κάθε παράβαση ορίζεται στο διπλάσιο του ποσού που καταβλήθηκε με μετρητά, αυξάνοντας σημαντικά το οικονομικό κόστος για επιχειρήσεις και επαγγελματίες που δεν θα ακολουθήσουν τις προβλέψεις. Η πρόβλεψη αυτή αποσκοπεί στο να λειτουργήσει αποτρεπτικά, αν και η αποτελεσματικότητά της θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ένταση και τη συστηματικότητα των ελέγχων.
Σύμφωνα με το οικονομικό επιτελείο, η ενίσχυση της χρήσης ηλεκτρονικών πληρωμών αναμένεται να διευκολύνει τον εντοπισμό αποκλίσεων και να ενισχύσει τα φορολογικά έσοδα, περιορίζοντας πρακτικές που παραμένουν δύσκολο να καταγραφούν όταν χρησιμοποιούνται μετρητά. Η πλήρης καταγραφή των συναλλαγών μέσω τραπεζικών συστημάτων δημιουργεί, όπως επισημαίνεται, ένα πιο διαφανές περιβάλλον για την οικονομική δραστηριότητα.
Ωστόσο, η μετάβαση σε ένα καθεστώς σχεδόν πλήρους εξάρτησης από ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής συνοδεύεται και από πρακτικές προκλήσεις. Για τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρότερες, η αυξημένη χρήση τραπεζικών υπηρεσιών συνεπάγεται επιπλέον κόστη, όπως προμήθειες συναλλαγών και λειτουργικές επιβαρύνσεις. Παράλληλα, απαιτείται προσαρμογή σε επίπεδο διαδικασιών και υποδομών.
Από την πλευρά των καταναλωτών, η ευρύτερη χρήση ψηφιακών μέσων πληρωμής αποτελεί ήδη κυρίαρχη τάση, ωστόσο δεν είναι καθολική. Υπάρχουν ακόμη ομάδες πληθυσμού που προτιμούν ή εξαρτώνται από τη χρήση μετρητών, είτε λόγω συνήθειας είτε λόγω περιορισμένης πρόσβασης σε τραπεζικές υπηρεσίες.
Σημαντικό στοιχείο για την επιτυχία του μέτρου θα αποτελέσει η πρακτική εφαρμογή του. Η εμπειρία προηγούμενων παρεμβάσεων δείχνει ότι η αποτελεσματικότητα τέτοιων ρυθμίσεων εξαρτάται όχι μόνο από το θεσμικό πλαίσιο, αλλά και από την ικανότητα των ελεγκτικών μηχανισμών να το εφαρμόσουν στην πράξη.
Σε κάθε περίπτωση, η κατεύθυνση είναι σαφής: η χρήση μετρητών περιορίζεται περαιτέρω και οι συναλλαγές μεγαλύτερης αξίας μεταφέρονται υποχρεωτικά στο τραπεζικό σύστημα. Το κατά πόσο η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει σε ουσιαστική μείωση της φοροδιαφυγής ή θα αναδείξει νέες πρακτικές προσαρμογής της αγοράς, θα φανεί το επόμενο διάστημα.
Πηγή: imerisia.gr
loading...

Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.