0
Ακούγεται εύκολο και κοινότοπο, αλλά δεν ήταν καθόλου. Μπορεί οι ταινίες να έχουν αλλάξει τις προσδοκίες που έχουμε σήμερα από μία ληστεία προκειμένου να τη χαρακτηρίσουμε «εντυπωσιακή».

Μπορεί ένα τούνελ που περνάει κάτω από ένα κτίριο να μη μας λέει και πολλά, αλλά ας μπούμε για λίγο στη θέση των υπαλλήλων που εκείνο το πρωί της Δευτέρας του 1992 βρήκαν μία τρύπα στο υπόγειο του υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας και 301 θυρίδες άδειες. Είναι διαφορετικό να το βλέπεις μπροστά σου, και διαφορετικό σε μια οθόνη.

Το «ριφιφί του αιώνα» όπως το αποκάλεσαν, ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα η εντυπωσιακότερη ληστεία τράπεζας στην Ελλάδα και το γεγονός ότι οι δράστες δεν βρέθηκαν ποτέ, ίσως την κάνει και την πιο μυστήρια, αν όχι, την πιο περίεργη.


Εκείνο, λοιπόν, το πρωί της Δευτέρας της 21ης Δεκεμβρίου του 1992 αποκαλύφθηκε ότι η τράπεζα δεν πέρασε το σαββατοκύριακό της χωρίς «πελάτες». Ήταν κλειστή για το κοινό, όχι όμως και για τη συμμορία που σχεδόν ανενόχλητη είχε τρυπώσει -κυριολεκτικά τρυπώσει- μέσα. Οι δράστες είχαν σκάψει ένα τούνελ 23ών μέτρων κάτω από την οδό Καλλιρόης, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι εκεί βρισκόταν η κοίτη του ποταμού Ιλισσού. Υπήρχε δηλαδή ήδη «χώρος» για να τους υποδεχτεί. 

Το μέγεθος του έργου που έφεραν εις πέρας ήταν αδιανόητο. Ακολούθησαν όλους τους κανόνες στατικής και ασφαλείας, έλυσαν με κάποιον τρόπο που ποτέ δεν θα μάθουμε το πρόβλημα του εξαερισμού και με υποστυλώματα κρατούσαν το έδαφος πάνω απ’ το κεφάλι τους. Κατά μήκος του τούνελ ήταν περάσει ράγες(!) πάνω στις οποίες κινούταν ένα μικρό βαγόνι. 

Πάνω σε αυτό έβαζαν τα μπάζα από την εκσκαφή και τα μετέφεραν έξω απ’ το τούνελ. Οι ειδικοί αργότερα έκαναν λόγο για «μπάζα που ισοδυναμούσαν σε δέκα αυτοκίνητα», οπότε άλλο ένα μυστήριο είναι το πού μεταφέρθηκαν όλα αυτά. Κανείς δεν τους είδε να βγάζουν το χώμα κάτω απ’ το έδαφος, κανείς δεν έμαθε ποτέ που το πήγαν.

Οι δράστες χρειάστηκαν πάνω από δέκα μέρες για να σκάψουν το λαγούμι τους και αργότερα θα γίνονταν αναφορές για περίεργους ήχους που άκουγαν οι κάτοικοι της περιοχής. Εντούτοις, οι άνδρες ντυμένοι ως υπάλληλοι της ΕΥΔΑΠ, που ήταν για μέρες στο απέναντι παρκάκι πάνω από μία αποχέτευση τους πέρασε αδιάφορη. Μέχρι που μάθανε ότι αυτή η αποχέτευση ήταν και η είσοδος του τούνελ.


Οι δράστες άφησαν πίσω τους μία ηλεκτρογεννήτρια, το βαγονέτο, μερικά εργαλεία και έναν χάρτη της περιοχής. Τίποτα άλλο. Κανένα ίχνος που θα μπορούσε να οδηγήσει στη σύλληψή τους. Ούτε και μέσα στην τράπεζα βρέθηκε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο.

Οι δράστες όταν τελείωσαν το σκάψιμο βρέθηκαν μπροστά σε έναν τοίχο από ατσάλι σχεδόν πέντε εκατοστών. Χρησιμοποιώντας ένα επαγγελματικό σετ οξυγονοκόλλησης, δεν πρέπει να τους πήρε περισσότερο από μία ώρα για να ανοίξουν την τρύπα και να εισέλθουν στο υπόγειο. Όσο για τον συναγερμό που χτύπησε, δεν τους ανησύχησε καθόλου. Ο διευθυντής της τράπεζας και ο υπεύθυνος ασφαλείας θεώρησαν ότι είχε πάθει κάποια βλάβη, πώς αυτόνς ήταν ο λόγος που βάρεσε τέσσερις φορές μέσα στο σαββατοκύριακο, τη στιγμή που δεν υπήρχε ένδειξη παραβίασης της κεντρικής εισόδου. Και αυτό ο διευθυντής το διαπίστωσε με τα μάτια του, καθώς την πρώτη φορά που ήχησε ο συναγερμός πήγε ο ίδιος να δει τι συμβαίνει.

Όσο, λοιπόν, οι υπεύθυνοι αγνοούσαν το συναγερμό, οι δράστες άνοιγαν 301 θυρίδες από τις 1151 συνολικά, και άρπαζαν χρήματα, ράβδους χρυσού και κοσμήματα συνολικής αξίας σχεδόν 5 δισεκατομμύρια δραχμές (κάπου 15 εκ. ευρώ δηλαδή). Οι θυρίδες δεν ανοίχτηκαν τυχαία, οι δράστες δεν τις πήραν με τη σειρά. Η επιλογή τους ήταν προσεκτική. Όλα έδειχναν ότι οι δράστες ήξεραν που έπρεπε να ψάξουν.

Οι έρευνες της αστυνομίας δεν οδηγούσαν πουθενά, χρειάστηκε να περάσουν 22 ημέρες ώστε να προκύψει κάποιο καινούργιο στοιχείο. Στις 12 Ιανουαρίου του 1993 ανακαλύφθηκαν τυχαία σε μια παραλία της Βραυρώνας ομόλογα και επιταγές που προέρχονταν από το υποκατάστημα του Νέου Κόσμου.


Ο αρχηγός ΕΛ. ΑΣ., Στέφανος Μακρής, θα δηλώσει μπροστά στις κάμερες:

«Βρέθηκαν επιπλέοντα της θαλάσσης, κουτιά που είχανε μέσα διάφορα αντικείμενα, πιθανώς κοσμήματα, βρέθηκαν διάφορες σακούλες, γραμμάτια και συναλλαγματικές. Γίνονται στον ίδιο χώρο και έρευνες περεταίρω για ανεύρεση τυχόν και άλλων αντικειμένων ή εντοπισμό του σκάφους».

Αυτή η πιθανότητα, οι ληστές να το έσκασαν με σκάφος ακόμη και προς το εξωτερικό, είναι και η πλέον επικρατούσα μέχρι σήμερα. Τα 200 εκατομμύρια δραχμές με τα οποία επικήρυξε η τράπεζα τους ληστές δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.

Εντούτοις, τον Ιούλιο του 1994 ο κρατούμενος στον Κορυδαλλό ο Σύρος Τζουμάχ Χαλίντ,  θα ισχυριστεί ότι γνώριζε τους δράστες της ληστείας. Είχε πάρει και ο ίδιος μέρος «κρατώντας τσίλιες» όπως θα πει στην κάμερα μέσα από την κλούβα της αστυνομίας. Θα πει επίσης ότι είχε αναλάβει να σχεδιάσει τα υποστυλώματα που χρησιμοποιήθηκαν στο τούνελ, έναντι 30 εκ. δραχμών, χρήματα που δεν πήρε ποτέ.  Μετά τη ληστεία όμως του έδωσαν μόνο τρία εκατομμύρια, κάτι που τον έκανε να ανοίξει το στόμα του.


Ο Χαλίντ υπέδειξε ως συνεργούς του τον υποδιευθυντή του υποκαταστήματος, Αναγνώστη Καλαφάτη, τον υπάλληλο των ΕΛΤΑ Λάμπρο Κότσαλο και τους επιχειρηματίες Στέλιο Κολοβό, Διονύσιο Παπασταμάτο και Εμμανουήλ Σπανουδάκη. Συνολικά κατονόμασε 17 άτομα. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους όμως ο Χαλίντ θα πάρει πίσω τους ισχυρισμούς του, μιλώντας και πάλι στην τηλεόραση. Το 1995, το Συμβούλιο Εφετών με βούλευμα του, απάλλαξε από όλες τις κατηγορίες όλους τους κατηγορούμενους.

Και ποιος διέπραξε τελικά τη ληστεία του αιώνα; Οι θεωρίες είναι πάρα πολλές. Για παράδειγμα η στενή συγγένεια μελών της τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΛΑ με υπαλλήλους άλλων υποκαταστημάτων της Τράπεζας Εργασίας, δημιούργησε ένα σενάριο εμπλοκής της οργάνωσης που διακινήθηκε αρκετά. Άλλοι μίλησαν για μέλη της ιταλικής μαφίας, που χρησιμοποιώντας κάποιον Έλληνα ως σύνδεσμο ήρθαν στη χώρα μας και μετέφεραν αυτήν την «τεχνογνωσία» που απαιτούταν. 

Άλλωστε λίγο καιρό μετά όντως εξαρθρώθηκε μία σπείρα που δρούσε αναλόγως στη γειτονική χώρα, χωρίς όμως να αποδειχτεί κάποια σχέση με το ελληνικό ριφιφί. Κυκλοφόρησε η φήμη ότι μέσα στις θυρίδες κρυβόταν κοκαΐνη και αυτός ήταν ο λόγος που η τράπεζα έκανε τα στραβά μάτια και δεν βοήθησε την αστυνομία με περισσότερα στοιχεία. Ή ότι και ακόμη υψηλά στελέχη της αστυνομίας ήταν αναμεμειγμένα στη ληστεία. Παρέλασαν ονόματα διάφορων επιχειρηματιών, γενικώς ένα κυνήγι μαγισσών είχε ξεκινήσει στη μικρή οθόνη το οποίο όμως δεν κατέληξε πουθενά. Μέχρι και σήμερα, 28 χρόνια μετά, κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά συνέβη.

loading...

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 
Top