0
Με άρθρο του στα «ΝΕΑ» ο Κώστας Σημίτης στέκεται στο πλευρό του Κυριάκου Μητσοτάκη κι επιτίθεται στον Κώστα Καραμανλή για την στάση του απέναντι στην Τουρκία μετά την «επιτυχία» του Ελσίνκι, μόνο που τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως τα παρουσιάζει, καθώς «ξεχνάει» να αναφέρει κάποιες σημαντικές «λεπτομέρειες». 

Με το άρθρο του αυτό ουσιαστικά στέλνει ένα μήνυμα στον Κυριάκο Μητσοτάκη να διαπραγματευτεί με την Τουρκία σε ευρωπαϊκό πλαίσιο με κάθε κόστος και να μην ακολουθήσει τη «σκληρή» γραμμή Καραμανλή, μία συμβουλή που ο πρωθυπουργός φαίνεται να την υιοθετεί και με το παραπάνω.

Ας δούμε όμως πρώτα τι γράφει ο πρώην πρωθυπυοργός: 

«Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνήλθε στις 10 Δεκεμβρίου 1999. Ξεκίνησε με θέμα τη διεύρυνση της Ενωσης και την υποψηφιότητα της Τουρκίας. Δήλωσα ότι αδυνατώ να συναινέσω στην υποψηφιότητα της Τουρκίας, αν δεν αντιμετωπιστεί θετικά και η υποψηφιότητα της Κύπρου. Το Συμβούλιο, μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε, διακόπηκε. Εγιναν διαδοχικές τριμερείς συνεννοήσεις με την Προεδρία και τους συναδέλφους μας για να διατυπωθεί μια γενικά αποδεκτή απόφαση. Α

ισθάνθηκα ότι βαθμιαία το κλίμα άλλαζε. Οι αντιρρήσεις στηρίζονταν στο επιχείρημα ότι οι Τούρκοι δεν δέχονται τη λύση του Κυπριακού. Η Προεδρία βρισκόταν διαρκώς σε επαφή με την τουρκική αντιπροσωπεία και την Αγκυρα, ενώ το Συμβούλιο είχε αρχίσει να ενοχλείται από την άτεγκτη στάση τους. Με μεγάλη προσπάθεια, στην οποία συνέβαλε καθοριστικά ο ύπατος εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ενωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας κ. Σολάνα, επιτύχαμε στο τέλος τους σκοπούς μας. Οι δύο κρίσιμες ρυθμίσεις έγιναν αποδεκτές.

Τα 15 κράτη-μέλη συμφώνησαν να αναγνωρισθεί η Τουρκία ως υποψήφια χώρα. Θα έπρεπε, σε εύλογο χρονικό διάστημα, να επιλύσει τις τυχόν συνοριακές ή άλλες διαφορές της με τα κράτη-μέλη στη βάση των αρχών του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. εφόσον δεν επερχόταν συμφωνία σε εκκρεμείς διαφορές. Προς περαιτέρω αποσαφήνιση, εξάλλου, στα συμπεράσματα της Συνόδου σημειώθηκε ότι “το αργότερο το 2004” οι 15 ηγέτες θα επανεξέταζαν την κατάσταση για να εγκρίνουν την εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας.

Αν δεν είχαν επιλυθεί οι εκκρεμείς διαφορές, θα προωθούσαν την επίλυσή τους μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, πείσαμε τους εταίρους μας ότι η προϋπόθεση λύσης του Κυπριακού, που πρότειναν ως αφετηριακό σημείο ενταξιακής πορείας της Κύπρου, καθιστούσε τον πρόεδρο της “Βόρειας Κύπρου” Ρ. Ντενκτάς κυρίαρχο των εξελίξεων. Θα μπορούσε στο εξής να διαπραγματεύεται εκβιαστικά απέναντι στην Ενωση και την Ελλάδα, αφού θα κρατούσε στα χέρια του το κλειδί της ενταξιακής πορείας της Κύπρου. Οι 14 εταίροι μας αποδέχθηκαν τον συλλογισμό μας. Στα συμπεράσματα της Συνόδου σημειώθηκε ότι “εάν μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων προσχώρησης της Κύπρου δεν έχει επιτευχθεί λύση (στο Κυπριακό), η απόφαση του Συμβουλίου όσον αφορά την προσχώρηση θα ληφθεί χωρίς το ανωτέρω να αποτελεί προϋπόθεση”».

Το πρώτο σκέλος ανάγκαζε την Τουρκία να λύσει σε χρόνο μελλοντικό αλλά ως βασική προϋπόθεση της ενταξιακής της πορείας, τα όποια ζητήματά της με την Ελλάδα και έθετε την ΕΕ ως εποπτεύουσα της διαδικασίας. Το δεύτερο, ως γνωστόν, αποδείχτηκε κλειδί για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, που επισφραγίστηκε σε μια πανηγυρική εκδήλωση στη Στοά του Αττάλλου, τον Απρίλιο του 2003, όπου υπογράφηκε η Συνθήκης Προσχώρησης δέκα νέων κρατών στην ΕΕ (μεταξύ αυτών και της Κυπριακής Δημοκρατίας).

Και καταλήγει, ο κ. Σημίτης για το σημείο καμπής, όταν ο Κώστας Καραμανλής αδιαφόρησε για το Ελσίνκι:

«Μετά τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας, την Κυριακή της 7ης Μαρτίου 2004, προσκάλεσα τον κ. Καραμανλή στο Μαξίμου για να τον ενημερώσω για θέματα που θεωρούσα ότι θα πρέπει να γνωρίζει ο νέος πρωθυπουργός. Ο κ. Καραμανλής ήρθε στο Μαξίμου συνοδευόμενος από τον σύμβουλό του κ. Μολυβιάτη.

Αφού αναφέρθηκα στα τρέχοντα οικονομικά προβλήματα, θέλησα να θίξω το θέμα των σχέσεων με την Τουρκία. Ο κ. Καραμανλής με διέκοψε αμέσως αναφέροντας ότι στα θέματα αυτά έχει διαφορετικές απόψεις και δεν χρειάζεται πληροφόρηση. Προσέθεσε ότι ο κ. Μολυβιάτης είναι κατ’ εξοχήν αρμόδιος για την αντιμετώπισή τους. Ο κ. Μολυβιάτης πήρε αμέσως μετά τον λόγο και δήλωσε ότι η νέα κυβέρνηση θα εφαρμόσει τη δική της πολιτική, που είναι διαφορετική από εκείνη της κυβέρνησής μου. Μετά την παρατήρηση αυτή, η συζήτηση στράφηκε σε άλλα θέματα, άσχετα προς την εξωτερική πολιτική».

Τον Δεκέμβριο του 2004 όταν πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την απόφαση του Ελσίνκι, η Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες για να αποφασιστεί η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, την Ελλάδα εκπροσωπούσε ο νέος πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής. Δυστυχώς, στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών αποφασίστηκε η εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας παρ’ όλο που δεν είχε τακτοποιήσει τις διαφορές της με την Ελλάδα, όσον αφορά την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα.

Ο κ. Καραμανλής και η κυβέρνηση της ΝΔ, σε αντίθεση με τις μεγαλοστομίες της εποχής της αντιπολίτευσης, έδειξαν εξαρχής δείγματα μιας γενικευμένης απάθειας απέναντι στις εξελίξεις. Η αναμενόμενη κινητοποίησή τους ενόψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου του 2004 δεν πραγματοποιήθηκε. Τίποτε δεν συνέβη απ’ όσα εύλογα περίμεναν όσοι είχαν εργαστεί για να οδηγήσουν την Τουρκία σε έναν μονόδρομο που της επέβαλλε αποφάσεις.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, κατά τη συζήτηση, αν και είχε τη δυνατότητα, δεν πρόβαλε την ένσταση για την έλλειψη ανταπόκρισης της Τουρκίας στον όρο που είχε τεθεί στο Ελσίνκι και αφορούσε την ύπαρξη διαφορών σχετικά με την έκταση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.

Αντίθετα, επεσήμανε ότι «οι ασφυκτικοί χρονικοί περιορισμοί δεν βοηθούν». Απεδέχθη έτσι την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία με ανεπίλυτες τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως προς τα όρια των υφαλοκρηπίδων και των αιγιαλίτιδων ζωνών τους. Η Τουρκία βγήκε από τη στενωπό χωρίς καμία αντίδραση».

Μόνο που για να φρεσκάρουμε την μνήμη του κ.Σημίτη για την «παρακαταθήκη» του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι το 1999  (αφού αναγνωρίσουμε πως τα συμπεράσματα για την Κύπρο ήταν σημαντική επιτυχία) ας δούμε τι έγραφαν ακριβώς τα συμπεράσματα για τα ελληνοτουρκικά και γιατί δεν αναφέρονταν μόνο στην «υφαλοκρηπίδα» όπως αναφέρει τώρα στο άρθρο του αλλά σε «συνοριακές διαφορές και άλλα συναφή θέματα».

Συγκεκριμένα το άρθρο 4 αναφέρει: 

«Εν προκειµένω, το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο τονίζει την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών σύµφωνα µε τον Χάρτη των Ηνωµένων Εθνών και παροτρύνει τα υποψήφια κράτη να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεµούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεµάτων. Άλλως, θα πρέπει να φέρουν τη διαφορά ενώπιον του ∆ιεθνούς ∆ικαστηρίου εντός ευλόγου χρονικού διαστήµατος. Το αργότερο στα τέλη του 2004, το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο θα επανεξετάσει την κατάσταση ως προς κάθε εκκρεµή διαφορά, ιδίως όσον αφορά τις επιπτώσεις στην ενταξιακή διαδικασία προκειµένου να προαγάγει την επίλυσή τους µέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου».

Με λίγα λόγια αν η κυβέρνηση Καραμανλή ευρωπαϊκοποιούσε τη διαμάχη με την Τουρκία θα έπρεπε να μπουν στο τραπέζι και να νομιμοποιηθούν ΟΛΕΣ οι τουρκικές διεκδικήσεις (αποστρατικοποίηση νησιών, χωρικά ύδατα, μειονότητες κτλπ) και όχι φυσικά μόνο η υφαλοκρηπίδα όπως αναφέρει στο άρθρο του ο κ. Σημίτης. 

Και μάλιστα θα υπήρχε και η ταυτόχρονη αφόρητη πίεση (όπως τώρα καλή ώρα) στην Ελλάδα από τους Ευρωπαίους για να υποχωρήσει και κλείσει όλα τα θέματα μέχρι το 2004.

Γι' αυτό και η κυβέρνηση Καραμανλή επέλεξε να αγνοήσει το Ελσίνκι να περάσει και να αφήσει την Τουρκία να ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ χωρίς επίλυση ελληνοτουρκικών διαφορών, μία επιλογή που αποδείχθηκε σωστή αφού τελικώς οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν. 

loading...

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

 
Top